Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2008

Κάπου, κάποιος,κάποτε.

Κάπου κάποιος κάποτε, έδωσε ένα καλάμι ψαρέματος σε κάποιον που πεινούσε. Στη συνέχεια του έμαθε να ψαρεύει με αυτό , έτσι και έγινε.

Ο κάποιος, όταν είδε ότι ο άλλος κάποιος έμαθε να ψαρεύει καλά, ευχαριστημένος με το εαυτό του , έφυγε με ελαφρά πηδηματάκια για το χωριό του στην Κίνα (για να αποδίδουμε τα του Καίσαρος στον ίδιο και όχι στον κάθε τυχόντα )
Ο κάποιος που έμεινε πίσω κέρναγε την πείνα του καθημερινά με φρεσκότατο ψαράκι και ευχαριστούσε τον άλλον κάποιο που του έμαθε να ψαρεύει και του έδωσε και το καλάμι του βεβαίως βεβαίως.
Ο καιρός πέρασε και ο κάποιος αφού βαρέθηκε το φρεσκότατο (κατά τα άλλα ψαράκι ) έκανε από τα νεύρα του το καλάμι του Κινεζου χίλια κομμάτια και έφυγε όσο μακριά μπορούσε από το ποτάμι που ψάρευε.
Ο μέρες πέρασαν όμως και ο κάποιος, άρχισε να ακούει το στομάχι του να διαμαρτύρεται κάνοντας θορύβους που δύσκολα περιγράφονται.
Θα πάω πίσω στο ποτάμι σκέφτηκε, να βρω ότι απόμεινε από το καλάμι.
Πήρε τον δρόμο για το ποτάμι λοιπόν και σε λίγες ώρες φτάνοντας εκεί άρχισε να ψάχνει.
Αποκαμωμένος από την κούραση μετά από λίγη ώρα έκατσε σε ένα βραχάκι να πάρει μια ανάσα.
Άκουσε τότε μια γλυκιά μελωδία από φλογέρα,που τον έκανε να τη ακολουθήσει.
Φτάνοντας εκεί που ακούγονταν η μουσική, είδε έναν τύπο να παίζει με μια αυτοσχέδια φλογέρα που είχε φτιάξει από ένα κομμάτι καλάμι.
Ο τύπος μόλις είδε τον κάποιο να πλησιάζει σταμάτησε το τραγούδι του και τον χαιρέτισε.
  • Έλα φιλέ να μου κάνεις παρέα, μόλις έψησα δυο γιγάντιες τσιπούρες και ετοιμαζόμουν να φάω.

Ο κάποιος κάθισε δίπλα στον τύπο και έφαγε το ψάρι του λαίμαργα.
Αφού έφαγαν ο τύπος άρχισε να παίζει με την φλογέρα του κάτι σκοπούς που είχε επινοήσει
για να ευχαριστήσει τον Θεό (όπως ο ίδιος είπε) που του έδινε ότι χρειάζονταν για να ζήσει .
Μέτα από λίγη ώρα ο τύπος (αφού μάζεψε με προσοχή την πετονιά του) έφυγε, παίζοντας με την φλογέρα του ένα χαρούμενο σκοπό,
αφήνοντας τον κάποιο πίσω στο ποτάμι σκεπτικό.
Τσίου...